θαυμάσια υγρασία νεφελώματα βομβούν αρώματα με το Αρχαίο χαϊδολογιούνται στην άκρη της φούστας μου από αγριάδες με περπατούν -άγνωστη ζούγκλα- λιλιπούτειες αρχόντισσες μονολογώντας ωδές στο Μάη τον πολυπόθητο, τον ανοιχτόφτερο... ευτυχώ κυτταρικά παντοιοτρόπως καταπίνοντας το έρεβος για να γεννήσω φάος ...δικέ μου...
άκου πόσο έντονη η ζωή μου μέχρι τώρα... πήγα, είδα, (νομίζω) έμαθα... άκου τους κρότους οι στιγμές μου είναι που σκάζουν μες το μεθύσι της βραδιάς -γλυκιάς και κόκκινης, του κρασιού κόκκινης...- όλες οι "πριν" σκοντάφτουν στο κατώφλι του Τώρα που ΑΝΑΣΤΑΙΝΟΜΑΙ καθώς λένε, διακαινισμένη στο Άπειρο... άκου, μες στις παλάμες Σου Αγαπημένε κουρνιάζω νεογέννητη οι Πληγές Σου σβήσαν απόψε μαζί με τις δικές μου! άκου με Αναστημένη... χρόνια μας πολλά
ας μείνουν κρύες οι στάχτες, σιωπή... δε θα πιώ, δε θα φάω, τίποτα για ένα λεπτό... ας μπουν σκιές στο σπίτι τα ρούχα στη γωνιά τους' το βλέμμα μου ας χωθεί στο πηγάδι... να μη χρειάζομαι να μη χρησιμοποιώ να ΕΙΜΑΙ μόνο μάρτυρας των βημάτων Σου...
αγαπημένε λαχάνιασες, ρουφήχτηκες... κλείσε την ψευδαίσθηση ναι, πάτα το κουμπί! αγαπημένε διάκρινε κινήσου αυθύπαρκτα... ξεπέρνα καλέ μου τη γκεμπελική αυτοκρατορία τους α-ζώντανους και ρώτα: ρώτα τον εαυτό "τι μου περισσεύει?" ρώτα το διπλανό: "τι σου λείπει?" αγαπημένε μη δανείζεις πια μη δανείζεσαι... ΧΑΡΙΣΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΕ!
Ανεβήκαμε ως την κορυφή τον κράτησα μακρυά απ' τη ζωή του -και το τέλος της- με μια φλόγα σε κάθε παλάμη, όπως μου είπες Ανδρέα...
Συννεφόκαμπος κάτω ο Ουρανός να τραγουδά επάνω εκεί, μόλις εκεί άφησε το ρούχο του να γίνει Γη' μακροβούτι στο Άπειρο Φαέθων πυριφλεγέθων υποσχέθηκε ν' αναπνέει πάντα στο λαιμό μου...
Όπως πολλοί πριν από εμένα ΕΞΟΡΚΙΣΑ ΤΟ ΦΟΝΟ Μ' ΕΡΩΤΑ
Είμαι ο Αθώος Καταστηματάρχης! Κάθε μέρα με βιάζουν οι επιταγές, τα ταμεία η υποχρέωσή μου να είμαι πονηρός, συφερτικός στην οικογένεια, να γκρινιάζω κατά το έθιμο και να κλέβω όποιον με κλέβει δηλαδή τον εαυτό μου κι όλους μας... Κάθε που ανοίγω τα ρολά είμαι τίγκα στην πορνογραφία του περιπτέρου, στο ανώφελο πιστολίδι και το νέο σούπερ όπλο- το νυστέρι! απ' το χαζοκούτι που μου ηρεμεί το έλκος, τίγκα ως επάνω απ' τ' αυθαίρετο, την τρομολαγνεία... Είμαι ο Αθώος Καταστηματάρχης που μου έκαψαν το χωριό, μου πίκραναν το φαΐ μου λέρωσαν το κρεββάτι με τα γαμοδάνεια... Αθώος Καταστηματάρχης γεμάτος Ζαχόπουλους, Βατοπέδια, "φρουτάκια", τριανταπεντάχρονες, με βομβαρδίζουν απ' το πρωί με δηλητηριώδεις σκέψεις, δηλητηριώδεις πόθους δηλητηριώδεις ανάγκες, ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΜΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΒΙΑ αλλά εγώ τη βία την είδα πρώτη φορά εχτές που τα δεκαπεντάρικα μου σπάσαν τη βιτρίνα και κάψαν τους κάδους...
φοβάμαι πως θα πεθάνω ένας Αθώος Καταστηματάρχης στο δικό μου ξεπούλημα!
Χορεύοντας στην ηλιόλουστη πλευρά του Δρόμου ξυπόλυτοι, το κάθε βήμα αυτοσχεδιασμός, ροής λεπτομερειών που εφάπτονται του Ονείρου...
Η γωνία κρύβει μια συνάντηση, είναι η Δοκιμή με τα φανταχτερά της, τα απαγορευτικά σήματα, τους λειτουργούς της απώλειας...
Έχουμε στήσει τις αναστολές με αποκριάτικες στολές να μας περνούν εξετάσεις, αν μας αξίζει το Όνειρο, έχουμε φτάσει στο κατώφλι της Γιορτής, δεχτήκαμε την πρόσκληση δε φέραμε το Δώρο...
Δεν είναι αποσκευή, δε βρίσκεται στις τσέπες, το περιτύλιγμα δεν έχει σημασία...
Ο Χορός ξεκινάει με την άφιξη του Οικοδεσπότη, σαν Οικοδεσπότης να φέρεσαι στο Όνειρό σου! ...όπου καμιά κακοκαιρία δεν είναι ικανή να ξεριζώσει τη χαρά σου να δεχτείς αυτό που αγαπάς να το φροντίζεις, υπηρετείς, γιορτάζεις, ως τη στιγμή του Γυρισμού...
Παρθενική η εποχή των ξεκινημάτων καλωσόρισες εδώ που ήρθες... προχωρώντας το ποτάμι που περνάς δεν είναι ποτέ το ίδιο' έτσι, ξεφορτώσου όσα έμαθες αγόρασες και κρύβεις, να πιεις από το νέο, το Καθαρό Νερό που πάντα ρέει άφθονο σανίδες σωτηρίας και τρύπια λόγια παρασύροντας στον Ένα, το Μέγα Ωκεανό.